1916
Όταν έρθει η ώρα της αναχώρησης
Μη λυπηθείτε φίλοι μου
Μη λυπηθείτε
Θα πνεύσει ένας άνεμος φορτωμένος
Νεκρά φύλλα
Φωνές λησμονημένες
Αθόρυβα θα περάσετε
Το παγερό παράθυρο
Που ανοίγει προς τη νύχτα
Νύχτας σκληρή
Πιο τρομερή κι απ’ όλους τους ανέμους
Πιο άδεια κι απ’ την απουσία
Θα ‘ναι βαθιά η τρυφερότητά σας
Και το φιλί της αγάπης
Θα σας φωτίσει
Όταν έρθει η ώρα της αναχώρησης
Μη λυπηθείτε φίλοι μου
Μη λυπηθείτε
Ας ταξιδέψει ο χαμόγελό σας
Από στόμα σε στόμα
1914-1980
Έρχεσαι σαν πουλί πληγωμένο
Ή σαν φοβισμένο ζώο
Σαν το σκυλί που σε κοιτάζει στα μάτια
Μπερδεύεται στα πόδια σου
Περιμένοντας ένα πρόσταγμα
Που το διώχνεις και πάλι το φωνάζεις
Μα σ’ ακολουθήσει
Οι άνθρωποι οι ερημωμένοι λατρεύουν τα σκυλιά
Γεμίζουν το άδειο με αφοσίωση με υποταγή
Ρίχνουν πετρίτσες στην ατάραχη λίμνη
-Δεν αγαπώ τα σκυλιά
εγώ είχα γύρω μου θηρία
1917-1983
Μα εσύ Ποίηση
που έντυνες μια φορά τη γυμνή μέθη μας
όταν κρυώναμε και δεν είχαμε ρούχο να ντυθούμε
όταν ονειρευόμαστε, γιατί δεν υπήρχε άλλη ζωή να ζήσουμε
δε θα υπάρξουν πια σύννεφα για να ταξιδέψουμε τη ρέμβη μας;
δε θα υπάρξουν πια σώματα για να ταξιδέψουμε τον έρωτά μας;
Μα εσύ Ποίηση
που δεν μπορείς να κλειστείς μέσα σε σχήματα
μα εσύ Ποίηση
που δε μπορούμε να σ’ αγγίξουμε με το λόγο
εσύ
το στερνό ίχνος ης παρουσίας του Θεού ανάμεσά μας
σώσε την τελευταία ώρα τούτη του ανθρώπου
την πιο στυγνή και την πιο απεγνωσμένη
που ο Θάνατος
που η Μοναξιά
που η Σιωπή
τον καρτερούν σε μια στιγμή μελλούμενη
1919-1965
Αργά ή γλήγορα ξεχνάμε!
Ο καιρός θα ρημάξει τα δέντρα
όπως ρήμαξε και τη μνήμη
και θα μείνουν μόνο γυμνά κλαδιά και χέρσο χώμα
όπως έμειναν μόνο λίγες κουβέντες
που μόλις ακούγονται στο βάθος του χρόνου.
Τώρα με το κρύο, αναζητάμε πάλι την άγνωστη εκείνη
θαλπωρή, που έμεινε πάντοτε το κέντρο της νοσταλγίας μας
αναζητάμε πάντοτε το αίσθημα που είχε η πνοή
όταν το σύννεφο επύκνωσε και έγινε ουσία
όταν η ουσία πύκνωσε ακόμα πιο πολύ
κι έγινε ζωή και όνειρο.
Το πρώτο όνειρο, το ασύλληπτο, το άλυτο.
Τώρα που μαζευόμαστε γύρω στις φωτιές
με τη νύχτα να μεγαλώνει
και να μας πιέζει απελπιστικά
ζητάμε από τη σκέψη και τα ένστιχτα
απ’ όλες τις δυνάμεις που γνωρίσαμε στη ζωή
ν’ αντλήσουμε φως
και να μπούμε μέσα στο σκοτάδι
να δούμε τι κρύβεται βαθιά
στο κέντρο του χάους
να σπάσουμε το γόρδιο δεσμό.
Όμως, η παγωνιά που τώρα άρχισε οριστικά
θα ρημάξει τις σκέψεις
θα παραλύσει τις πράξεις
θα ξεθωριάσει το όνειρο.
Ω Θε μου, ας προφτάσουμε!
Αργά η γλήγορα ξεχνάμε
μες στη σιωπή, μέσα στη παγωνιά.
1921
Πολιορκούμεθα λοιπόν
Πολιορκούμεθα από ποιον
Από σένα κι από μένα απ’ τον τάδε και τον δείνα
Πολιορκούμεθα στενά
Από σύνορα, τελωνεία, ελέγχους διαβατηρίων, την Ιντερπόλ, τη στρατιωτική
Αστυνομία, τα τανκς, τη ρητορεία, τη βλακεία,
Απ’ τα παράσημα, τις στολές, τους εκφωνηθέντας λόγους
Τις υποσχέσεις, τις ψευτιές, την κουτοπονηριά
Τη δήθεν αγανάκτηση των ιθυνόντων, την υποκρισία
Την τηλεόραση, τη ραδιοφωνία, τα σαπούνια, τ’ απορρυπαντικά
Τις διαφημίσεις, τον τουρισμό, τα οργανωμένα ταξίδια, τις κρουαζιέρες
Τις γκαζιέρες, τα ψυγεία, τις κατασκηνώσεις, τους προσκόπους,
Τ’ άρθρα για την εκπαίδευση, την πολυκοσμία, τη σκόνη, τις ποιητικές συλλογές
Την έλλειψη ύδατος, τα λιπάσματα, τα νεύρα, την κακή χώνεψη, τη φαλάκρα,
Τους εφοπλιστές, το ποδόσφαιρο, τα λεωφορεία, την ακρίβεια, τις παθήσεις
Της σπονδυλικής στήλης, τη γραφειοκρατία, την καθυστέρηση, τις διαβεβαιώσεις,
Τις κριτικές, την εκκλησία, τα βασανιστήρια, τους καιροσκόπους,
Την υποψία, τους κατατρεγμούς, το φόβο, τη θρασύτητα, τους διαγωνισμούς
Καλλονής, την έλλειψη χρημάτων, την έλλειψη δικαιωμάτων, πολιορκούμεθα από τους βάναυσους
Τους άναρθρους, από τις μαύρες σκέψεις μας. Από τον εαυτό μας
Κι απ’ ό,τι άλλο βάλει ο νους σας πολιορκούμεθα στενά.
1922
Το λέω ξανά είμαι μόνος
Σα μια μόνη πατημασιά ανθρώπου σε δάσος
Είμαι μόνος σα δάχτυλο σε χέρι
Που η μηχανή του πήρε τα άλλα τέσσερα
Αν ήμουν σταγόνα θα ‘χα σβήσει στα έγκατα διψασμένης γης
Δεν είμαι όμως σταγόνα
Είμαι μικρή πέτρα ίσως πολύτιμη
Που ο καιρός την κάμνει άμμο
Και βλέπω το σχήμα της και τη λάμψη
Και την σκληρότητά της
Και το βάρος της να γίνονται άμμος
Το λέω ξανά
Στην καρδιά μου είναι μια προσευχή
Όμως μένει μέσα
Ας ήταν τώρα που δεν υπάρχει στόμα να ‘χα μια μαχαιριά στο πλευρό
Να βγει από εκεί σαν τρυφερό κορίτσι
Η προσευχή
1920
Η φλόγα κόρωσε μόλις αγγίξανε δυο σύμφωνα
ο δρόμος στένευε με λέξεις ψόφιες
που μυρίζανε.
Χάθηκες μέσα σε κάτι άσπρο.
Τοίχοι, αφίσες, η πρώτη τού μονόπρακτου:
ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΑΝΤΕΠΟΠΤΗΣ.
Σκεφτόμουνα πλάι σε ρουμπινέτα
το πρόβλημα του Αίγισθου:
διαβήτες, Κληταιμήστρες, τρίγωνα
τα τσιγάρα που μου τέλειωσαν
το πρόβλημα της αποχέτευσης
σε διαμερίσματα Ερινύων
το δυσκίνητο λεωφορείο
ΑΝΩ ΛΟΙΣΑ-ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
το κοφτερό τσεκούρι
η μόνη λύση σε Μυκήνες.
Κόφτο λοιπόν να τελειώνουμε.
1917-1981
Η Ελλάδα ταξιδεύει χρόνια μέσα στην Ελλάδα ακολουθώντας το χυμένο αίμα το σπαταλημένο.
Αίμα σταλαματιές κυλάνε στάζουν κάτω στον Άδη.
Πέφτουν απάνω στους νεκρούς οι σκοτωμένοι αλλάζουν θέση δεν ξυπνάνε.
Μόνο το χέρι τους υψώνεται και δείχνει τη μεριά που περπατάνε οι δολοφόνοι.
Η Ελλάδα ταξιδεύει χρόνια ανάμεσα στους δολοφόνους
1924
Εδώ ήταν η συνηθισμένη θέση του.
Ο άνθρωπος καθισμένος ανάμεσα
στη σιωπή του και τον καθρέφτη
κοιτάζοντας ένα πράγμα να καίγεται γρήγορα
κι ολοένα να σώνεται ασχημίζοντας.
Μπορούσε να υποφέρει ακόμα την αγάπη.
Καμιά φορά κουραζόταν
κοίταζε τότε κατά το ταβάνι
γεμάτο μάτια προσηλωμένα στα δικά του
και την αράχνη σε μιαν άκρη
κυματίζοντας να κατεβαίνει.
Ύστερα πέφτανε πάνω του μεγάλες πέτρες
χαλάσματα που τον κομμάτιαζαν
σε μικρές φωνές.
1923
Τώρα το φως το ρίχνουν στα κασόνια
το καρφώνουν και το πάνε.
Οι πράκτορες εισπράττουν τα ναύλα
χωρίς να το δουν. Οι παραλήπτες το μοιράζουν
χωρίς να το δουν.
Αθέατα χέρια
το συνάζουν πάλι στα κατώγια.
1920
«Δεν μπορώ να πιστέψω –έλεγε
πως είναι δυνατόν άνθρωποι να βασανίζουν ανθρώπους».
«Μα από που μας ήρθε αυτός-ρωτούσαν
οι συνδαιτυμόνες-μήπως είναι ιπτάμενος δίσκος
που δεν έχει ακόμα προσγειωθεί;»
«Μην παραξενεύεστε-είπε ο γεροντότερος
ο άνθρωπος αυτός είναι μάλλον φυτό.
Έχει πολύ πράσινο η φωνή του. Μας φέρνει
το δάσος, θυμίζει πουλιά, έχει
μέσα στα μάτια του το ζεστό καλοκαίρι.
Μην τον φορτώνετε με τις μνήμες σας.
Δε βλέπετε πόσο μας λείπει ένας αθώος;
Ας τον αφήσουμε στις περιπλανήσεις του.
Μας χρειάζεται –άλλωστε- ένας άνθρωπος
να πιστεύει πως δεν είναι ποτέ δυνατόν
άνθρωποι να βασανίζουν ανθρώπους.
1921
Μια μέρα ο μεγάλος μου γιος είπε
«το βράδυ δε θα γυρίσω σπίτι νωρίς»
Έβαλα τα μικρά να κοιμηθούνε
και τότε θαρρώ πως κοίταξα το σπίτι μας
για πρώτη φορά
Ήταν παλιό
και το χειμώνα θα έσταζε με τις βροχές.
1925
Κανονικά δε πρέπει να ‘χουμε παράπονο
Καλή κι εγκάρδια η συντροφιά σας, όλο νιάτα,
Κορίτσια δροσερά- αρτιμελή αγόρια
Γεμάτα πάθος κι έρωτα για τη ζωή και για τη δράση.
Καλά, με νόημα και ζουμί και τα τραγούδια σας
Τόσο, μα τόσο ανθρώπινα, συγκινημένα.
Για τα παιδάκια που πεθαίνουν σ’ άλλην ήπειρο
Για ήρωες που σκοτωθήκαν σ’ άλλα χρόνια
Για επαναστάτες Μαύρους, Πράσινους, Κιτρινωπούς,
Για τον καημό του εν γένει πάσχοντος ανθρώπου.
Ιδιαιτέρως σας τιμά τούτη η συμμετοχή
Στην προβληματική και στους αγώνες του καιρού μας
Δίνετε ένα άμεσο παρόν και δραστικό-κατόπιν τούτου
Νομίζω δικαιούσθε με το παραπάνω
Δυο-δυο, τρεις-τρεις, να παίξετε, να ερωτευθείτε,
Και να ξεσκάσετε, αδελφέ, μετά από τόση κούραση.
Μας γέρασαν προώρως Γιώργο, το κατάλαβες;
1919
Μη φεύγεις θηρίο
Θηρίο με τα σιδερένια δόντια
Θα σου φτιάξω ένα ξύλινο σπίτι
Θα σου δώσω ένα λαγήνι
Θα σου δώσω κι ένα κοντάρι
Θα σου δώσω κι άλλο αίμα να παίζεις.
Θα σε φέρω σ’ άλλα λιμάνια
Να δεις τα βαπόρια πως τρώνε τις άγκυρες
Πως σπάζουν στα δυο τα κατάρτια
Κι οι σημαίες ξάφνου να βάφονται μαύρες.
Θα σου βρω πάλι το ίδιο κορίτσι
Να τρέμει δεμένο στο σκοτάδι το βράδυ
Θα σου βρω πάλι το σπασμένο μπαλκόνι
Και το σκύλο ουρανό
Που βαστούσε τη βροχή στο πηγάδι.
Θα σου βρω πάλι τους ίδιους στρατιώτες
Αυτόν που χάθηκε παν τρία χρόνια
Με την τρύπα πάνω απ’ το μάτι
Κι αυτόν που χτυπούσε τις νύχτες τις πόρτες
Με κομμένο το χέρι.
Θα σου βρω πάλι το σάπιο Μήλο
Μη φεύγεις θηρίο
Θηρίο με τα σιδερένια δόντια.
1925
Μες στην καρδιά μου ακούγεται ένα ποίημα.
Αντηχεί σ’ όλο μου το σώμα η μουσική του
κι όταν είμαι απαυδισμένος
μου δίνει φτερά.
Μου ψιθυρίζει: «όπου να ‘ναι ξημερώνει. Να!»
όταν γίνεται η νύχτα αιωνιότης.
Ποτέ δεν το ‘γραψα.
Δε μπόρεσα να κάνω συλλαβές, τους στίχους του και τις λέξεις.
Να γράφω μουσική δεν ξέρω,
και σκέπτομαι συχνά
πως αν το γράψω κάποτε
θα ‘ναι για να πεθάνω.
Γιατί, μετά δε θ’ απομείνει
τίποτα πια να πω.
1923
Πόσο λίγα πράγματα ξέρω
και τούτα πόσο δύσκολο μου είναι
να τα πω.
Από ένα σημείο και ύστερα όλα τα λόγια
γίνονται δύσκολα
γιατί πια δεν υπάρχουν.
Μένεις μόνος
σ’ έναν κόσμο ξένο
όπου όλοι σε χαιρετούν
με ψεύτικη καλοσύνη
και σε κοιτούν ζηλεύοντας
ό,τι δεν έχουν οι ίδιοι.
Και προχωράς
με τη λάσπη ως το σαγόνι
ανταποδίδοντας τις υποκλίσεις
που σου έχουν πια μάθει πώς
να τις εκτελείς κανονικά.
Την ίδια ώρα ακριβώς
που σε κάποιο πολεμικό εργοστάσιο
αυτού του κόσμου
ανυποψίαστα χέρια φτιάχνουν
τη σφαίρα που γράφει
πάνω της
το όνομά σου.
1917-1984
Να τελειώνει η μέρα και να περιμένουν
στίχοι άγραφτοι
όπως το φως πίσω από τα τζάμια
χαμένοι φαντάροι σε ξένους δρόμος
μ’ ένα καθρεφτάκι στην απάνω τσέπη
κι ένα φυλαχτό στη θέση της καρδιάς.
Α, οι άσπρες κιμωλίες στα μικρά δάχτυλα
κι ο ασβέστης στα πεζούλια
χρωματισμένος από τα γεράνια και τα βασιλικά
και οι φωτιές τις νύχτες στα βουνά
καλοκαιριάτικα
σινιάλο για να φύγω.
Κι εσύ να υπάρχεις πάντα
χωρίς λύπη χωρίς στεναγμό ξέροντας
πως δεν τελειώνει η μέρα ποτέ
όσο ορίζει τη ζωή μας η στιγμή
ταξιδεμένη τα πέλαγα με τη δικαιοσύνη
όλων των αρχάγγελων
δική μας.
1921
Ήταν κι η επανάσταση
πέρα από κάθε κίνητρο
μια ιδεώδης διέξοδος.
Τόσες ζητωκραυγές
τόσα όνειρα
τόσες αστραπές
πού να χωρέσουν.
Ύστερα από την καταστολή
οι θλιβεροί επιζώντες
είκοσι χρόνια περιφέρουν
τα λείψανα της πυρκαγιάς.
Κι αναλογίζονται με κάποιο φθόνο
τις αναλλοίωτες μορφές Εκείνων
που έπεσαν σε μιαν ακμή.
1924
Είχε κρεμάσει μικρούς καφρέθτες πάνου στα δέντρα για να βλέπονται τα πουλιά.
*
Αδιαφορούσα για τα λουλούδια – κείνες τις αδηφάγες μολόχες – που χάσκανε τα στόματά τους και γαυγίζαν στο πέρασμά μου. Δεν τους έδινα ποτέ το δάχτυλό μου να το δαγκώσουν.
*
Μη ζητάτε ρολόι, δεν υπάρχει, γιατί όπως σας εξήγησα βρισκόμαστε σε μια βαθιά σπηλιά. Υπάρχει όμως το μεγάλο εκείνο μάτι μέσα στο πλεχτό κλουβί., υπάρχει και η καρδιά μου που σημαίνει τις ώρες και σας οδηγεί ανάμεσα στο σκοτάδι.
*
Υπομονή. Θα πήξει το δάκρυ , θα γίνει νησί.
1917
Πίσω απ’ τους λόφους άλλοι λόφοι, πίσω απ’ τις κορφές
άλλες κορφές για ν’ ανεβούμε χέρι-χέρι.
Τα σκοτεινά δασωμένα φαράγγια. Κράταμε.
Αίμα της γης, ανάμνηση θαμπή, πιο θαμπή ελπίδα.
Κι από τους λόφους κι απ’ τα δάση πέρα, χαμηλά,
η θάλασσα η ατέλειωτη κι ο ανασασμός της.
Το έρημο φως. Κι η ανάμνηση νεκρή, κι η ελπίδα.
Και τα χέρια λυμένα. Η θάλασσα. Μονάχα η θάλασσα.
Κι άκουσε το τραγούδι το ασίγαστο από ποια βάθη ανεβαίνει.
1919
Τώρα βρίσκομαι μ’ όλα τ’ άρρωστα κι αδύναμα πουλιά μαζί
πάλε τη στέγη ράγισε η σιωπή για τη θλιμμένη ανάμνησή μου.
Τ’ άλλα που θα διηγηθώ είναι οράματα-
Τις νύχτες ενώ δεν ταράζει τον ύπνο μας η συννεφιά ή τ’ όνειρο
ξυπνούμε πολλές φορές – τα πουλιά στη φωλιά τους
κι εγώ στο κρεβάτι μου και κλαίμε.
Μένουν μονάχα τους κι αυτά – και ξέρουν
πόσο κρυώνει ένα πουλί έξω από τη φωλιά του.
1922-1978
Έτσι που γυρίσαμε
γυαλίζουνε οι ράγιες στο σκοτάδι
απ’ την πολλή σιωπή
έτσι που γυρίσαμε
βρήκαμε τους εισπράκτορες σφαγμένους
και το πεντακοσάρικο για το εισιτήριο
θα μας περισσεύει
και τα τέσσερα χρόνια
γι’ αυτό που λέγαμε ζωή μας
θα μας λείπουν
έτσι που γυρίσαμε κι οι δρόμοι προχωράνε
τετραγωνίζοντας την άδεια πολιτεία
σε πένθιμους φακέλους
κι αυτός ο αστυφύλακας περνάει και χασμουριέται
Θεέ μου! ας μίλαγε τουλάχιστον αυτός
κι ας μου ζητούσε
την ταυτότητά μου.
1922
Τυχαία συναντήθηκαν στον πλάγιο δρόμο
κι ούτε καν υπήρχε πρόθεση
«Φόνος εκ προμελέτης»
Ήταν γνωστό πως μισιόνταν
χωρίς τίποτα να προϋπάρχει
λόγοι χρημάτων, γυναίκας ή ιδεολογίας .
Βέβαια έφτανε η γραμμή του βλέμματος
η τόσο σίγουρη και ευθεία
ο βηματισμός που κομμάτιαζε τα χαλίκια
η νύχτα με το ματωμένο άστρο της
και προπαντός η ηδονή του σκοτωμένου.
1916-1979
Αν σκάψεις βαθιά στην ψυχή μου θ’ ανακαλύψεις τον πόλεμο.
Έχει κι αυτός τους εχθρούς του και κρύβεται , αποκοιμιέται περιμένοντας.
Αν δεν ήταν η άνοιξη, τα οπωροφόρα δέντρα, οι λευκοί κρίνοι, της καρδιάς το σκίρτημα, το έκπαγλο φως θα ζούσε πολύ στην επιφάνεια. Η ποίηση είναι εχθρός του πολέμου. Εμάς τους δύο που βαδίζουμε χεροπιασμένοι φοβάται ο πόλεμος. Γι’ αυτό μη λύνεται ποτέ τα χέρια, μη περιφρονείτε τα πουλιά., κάθε μέρα στους κήπους. Να κοιτάτε τον ήλιο στα μάτια. Μακριά απ’ τους ρήτορες. Ακούτε καλύτερα των ρυακιών του ψιθύρους.
1920
Γενιά παράξενη
Νιότη δεν είχαμε ποτέ μας.
Μήπως την είδατε την άνοιξη,
κείνη που δίνει, κείνη που παίρνει
τον αστόχαστο καρπό;
Σπέρναμε πάντα αμίλητοι
φραγκοσυκιές στοργής
το χαμομήλι ης υποταγής
σαρακηνιές της καρτερίας
το μανδραγόρα ης υπομονής
σε περάσματα και μεταβάσεις
σε σεισμούς και λαβυρίνθους.
Περιμέναμε τότε, ακολουθώντας.
Δεν περιμένουμε πια,
κι ακολουθούμε ακόμα. Πόρτες
ανοίγουμε πάντα με υπόκλιση
για να περάσουν
εκείνοι και τούτοι
το πριν και το μετά.
Απ’ το νωρίς διαβήκαμε στο αργά
χωρία άλλο ενδιάμεσο παρά μια νύχτα
βασταχτερή που μας πήρε
το ασχημάτιστο πρόσωπο
το αγέννητο βρέφος, τον εαυτό .
1919-
Θα σας περιμένω μέχρι τα φοβερά μεσάνυχτα αδιάφορος-
Δεν έχω πια τι άλλο να πιστοποιήσω.
Οι φύλακες κακεντρεχείς παραμονεύουν το τέλος μου
ανάμεσα σε θρυμματισμένα πουκάμισα και λεγεώνες.
Θα περιμένω τη νύχτα σας αδιάφορος
χαμογελώντας με ψυχρότητα για τις ένδοξες μέρες.
Πίσω από το χάρτινο κήπο σας
πίσω από το χάρτινο πρόσωπό σας
εγώ θα ξαφνιάζω τα πλήθη
ο άνεμος δικός μου
μάταιοι θόρυβοι και τυμπανοκρουσίες επίσημες
μάταιοι λόγοι.
Μην αμελήσετε.
Πάρτε μαζί σας νερό.
Το μέλλον μας θα έχει πολύ ξηρασία.
Έπρεπε να ξεφύγω, αλλιώς ήμουν χαμένος, αλλά ο άγνωστος του σταθμού με περίμενε κιόλας στην άκρη του ταξιδιού μου. Ποιος άγνωστος; Ήμουν εγώ ο ίδιος νικημένος κι άνοιγα τις πόρτες στα σταματημένα βαγόνια κι έβγαινα απ’ την άλλη μεριά του ονείρου.
Ω θλίψη, σε μάθαμε από παιδιά, σχεδόν πριν γνωρίσουμε τον κόσμο.
Θεέ μου, γιατί δεν μπορώ να σε καταλάβω; Ίσως όμως αν σε καταλάβαινα να μην μπορούσα να αντέξω το βάρος σου.
Θεέ μου, μ’ αυτήν την ευτελή πραγματικότητα γύρω μας κινδυνεύεις.
Πως να σε σώσω...
Ένα σπίτι για να γεννηθείς
ένα δέντρο για ν’ ανασάνεις
ένας στίχος για να κρυφτείς
ένας κόσμος για να πεθάνεις
Φτωχοί λαθρεπιβάτες πάνω στις φτερούγες των πουλιών
την ώρα που πέφτουν χτυπημένα.
Εκείνο το βράδυ γύρισα ανήσυχος, «Τερέζα» φώναξα, τίποτα, έψαξα τα δωμάτια, κατέβηκα στο υπόγειο «που είναι η Τερέζα;» ρώτησα, «πέθανε, είπε κάποιος – την κηδέψαμε χθες», «ηλίθιοι, φώναξα, σας ξεγέλασε, δεν ξέρετε τι μεγάλη πουτάνα ήταν » κανείς δε μίλησε «μα πως μπορεί ένας άγγελος να πεθάνει » είπα κλαίγοντας.
Άνοιξα το παράθυρο και πράγματι εκεί στο βάθος τ’ ουρανού έλαμπε η Τερέζα σαν άστρο.
1927
ενός βρέφους που
κάηκε ζωντανό
Μέσα σε τούτο το σκοτεινό δωμάτιο
Έκλεισα τις πόρτες, τα παράθυρα, τις ρωγμές
Για να μη μπαίνει αβεβαιότητα
Για να μη μπαίνει αυτή που κόβει λουλούδια στον κήπο.
Με τη σάρκα μας πολύτιμη σαν Όνειρο
-Άνεργα τα μέλη κι ενωμένα – πλαγιασμένοι
Σε μιας γυναίκας τη βαθιά κι ατέρμονη σκιά
δε νιώθουμε τους άλλους – είναι αέρας
δε νιώθουμε τον ίδιο μας το θάνατο-
Είναι ένας κάποιος άλλος.
Μέσα σε τούτο το σκοτεινό, το ευρύχωρο δωμάτιο
Χρόνια τώρα βασανίζουν κάποιον.
Παίζουν με τις αισθήσεις του μπροστά στην ψυχή του.
Πρωί-βράδυ, πρωί-βράδυ.
Μιλώ για το φεγγάρι, το στήθος της, τη θάλασσα
Τα φώτα των νερών από την πολιτεία.
Κοπιάζει η ψυχή μου μπροστά σ’ όλα αυτά
Δίχως να ξέρει τι πρέπει να κάνει.
Χρόνια τώρα μάχεται για μια πράξη αληθινή...
Συ που με βασανίζεις
Δώσε στα μέλη μου φωτιά
Δώσε στο κορμί μου το μαρτύριο (συ που καις τα βρέφη).
Δείξε την κακία σου και σε μένα,
Χωρίς περιστροφές.
1919-1978
η ποίηση είναι η στιγμή
η αγωνία είναι το παν
η αγωνία να ζεις
ύστερα φτάνει ένας καιρός που δεν υπάρχεις
στις μέρες που έρχονται κανείς
στα πλοία που φεύγουνε κανείς
σ’ όλα τα πρόσωπα κανείς
στους δρόμους των συνωστισμών κανείς
στο όρος της προσευχής κανείς
στους λόφους της σιγής κανείς
στο δάσος της οργής κανείς
στη μνήμη της βροχής κανείς
στα όνειρα των τυφλών κανείς
στην αναπόληση κανείς
σ’ όλη τη λησμονιά κανείς
σ’ όλη τη μουσική κανείς
μες στην αγάπη σου κανείς
σ’ όλη την άρνηση κανείς
στην επανάσταση κανείς
κανείς
κάποτε φτάνει ένας καιρός άδειος
που δεν υπάρχεις.
1924
3
Γδύσου. Τι να γδυθώ;
Εκείνους που σ’ έχτισαν
με τα πιο χοντρά υλικά
και δεν σ’ άφησαν πολεμίστρες.
Αλλιώς θα τρελαθείς.
γδύσου
όπως το φίδι το δέρμα του
ο φαντάρος την πανοπλία
τ’ αποφόρι του ρόλου σου
τα χειρόκτια της συναλλαγής.
Γδύσου επιτέλους την ποίηση
τι λαιμοδέτης Θε μου πέτρινος,
1926-1988
Αυτό που λέμε όνειρο δεν είν’ όνειρο
που η πλατιά πραγματικότητα δεν είναι πραγματική.
Κάπου γελιέμαι μα εκεί κιόλας υπάρχω απόλυτα,
σαν το σύννεφο που αλλάζει στα νωθρά δευτερόλεπτα
όντας μονάχα η ακάλεστη μεταμόρφωση.
Κανένα λιοντάρι δεν παραγνώρισε το θήραμα
και η πάπια δεν έπαψε να πιπιλίζει τη λάσπη·
το χταπόδι βγαίνει απ’ το ρηχό θαλάμι του με γαλαζόπετρα
στα ξέφωτα η τίγρη λησμονιέται ανεπίληπτα.
Νυχτώνει και σήμερα. Η αγωνία
λέει πάλι: θα βοσκήσω το μαύρο.
Αν οι Λουδοβίκοι πλησίασαν άνετα
στο είκοσι
και οι Παλαιολόγοι λίγο ακόμη
θα έφταναν στο δέκα·
αν στη Ρώμη απελπιστικά σωριάστηκαν
οι αριθμοί· Σιλβέστροι και Κλημέντιοι,
Παύλοι και Ιωάννηδες, Πίοι
και τα λοιπά-
εμείς της γης οι κολασμένοι
με τα πολλά «εμπρός»
και τις σημαίες στα οδοφράγματα
αλλά και τα στομφώδη μέγαρα
με ύμνους διθυραμβικούς
από ακραιφνή Σοβιέτ
σταθήκαμε στο τέσσερα από καιρό·
οι Λουδοβίκοι όμως ήξεραν τα μυστικά
οι Παλαιολόγοι κρατούσαν βιβλία παλαιά,
στη Ρώμη τα είχαν μελετήσει εξονυχιστικά·
πρέπει οπωσδήποτε να φτάσομε στο πέντε
οριστικά-
κρίμα που θα ‘ταν να τελειώσομε
μονάχα με το τέσσερα.
1922
Πέπλο βασιλικό του Θεού.
ξανθιά γυναίκα στην ευτυχία της,
έκσταση σαν γαληνεύουν οι στοχασμοί, -
με τι να σ’ ονομάσω μπορώ;
Άφατη στιγμή της μεγάλης σιωπής
φάδι ανάπαψης στην πονεμένη καδιά μας,
αστραφτερέ μαντύα της περηφάνιας μας,
όνειρο γαλάζιο των ουρανών.
Θάλασσα,
με τι να σ’ ονομάσω μπορώ,
καθώς στα μεθυσμένα μάτια μου απλώνεσαι
ατάραχη, βασιλική, γαλάζια κι ωραία.
1921
Για τους Λαβύρινθους χρειάστηκες
ένα κουβάρι νήμα· και κάποιον
να το κρατάει στην είσοδο- όπου
μπορούσες να το δέσεις κιόλας
αποφεύγοντας έτσι τους έρωτες
που επιτείνουνε τα λάθη.
Για τους Μινώταυρους χρειάστηκες
τη δύναμή σου. Και θα αρκούσε,
θ’ αρκούσε μόνο ν’ αλλάξεις τα πανιά
για να επιζήσει κι ο Αιγέας.
1924
Και θα ‘ρχονται βροχές
χώμα από τ’ άλλο χώμα
χιόνι από την άλλη καταχνιά
όγκοι ζωής
κρουνοί νερού
ρίζες που ξέχασες
και θα ‘ρχονται
πίσω απ’ το σίδερο
και πέρα απ’ το καλάι
πέρα απ’ το σώμα μας που ξέχασε
και θα ‘ρχονται
μέσ’ απ’ την πέτρα
και κάτω από την άργιλο
και θα ‘ρχονται
άλλα νερά
στήθη κομμένα σ’ άλλο μάρμαρο
κι όπως θα ξέρεις
κι όπως θα λες
σώμα πού πας
σχεδία πικρή κορμί μου
στόμα εσύ;
Τώρα καθώς χιμάει ν’ αναφλεγεί
τώρα καθώς λυσσάει
τώρα
κορμί που πας;
Και να φοβάσαι πια τον ίδιο φόβο
να σφίγγεις με την ίδια λύσσα το κλειδί
το ίδιο μήκος μπρος στα δάχτυλα τα νύχια
τα δόντια πάντοτε σε στάση απειλής.
1925
Τώρα μπορείς να με κοιτάξεις.
Δες με καλά για να τυπώσεις
τη μορφή μου σταθερά.
Δεν έχω τίποτα να κρύψω, δε φοβάμαι
να προβάλω στο φως,
Ό,τι βλέπεις στα μάτια μου
μπορείς να το διαβάσεις
και να ‘σαι σίγουρος·
ό,τι διακρίνεις στα χείλη μου
μπορείς να το μαντέψεις·
κι ό,τι έχω στην καρδιά μου
να το!
Ζωγράφισέ με αυθεντικά
με την αλάνθαστή σου Μέθοδο
του Σοσιαλιστικού Ρεαλισμού.
Κι αν τύχει αύριο να σε ρωτήσει κάποιος,
μη διστάσεις: ήταν κι αυτός
ένας αδύνατος άνθρωπος, πες του
σαν τους άλλους.
1928
Αν είδες ποτέ στη μέση του δρόμου
δυο ανθρώπους να τους πηγαίνουν με χειροπέδες
δεν αποκλείεται ο ένας να ήμουν εγώ
που με ξαναστέλναν εξορία.
Και κείνο το πρωί είχα σαν και σένα
τόσα όνειρα
για τη δουλειά που θα ‘βρισκα
για έναν περίπατο στα φώτα και στην άσφαλτο,
για λίγο ήλιο...
Και κείνος
που ξαφνικά τα σίδερα τον δέσαν στο κορμί του
είχε κι εκείνος χαραγμένα τα όνειρά του
στο αυστηρό του πρόσωπο.
(Τον πήρανε χαράματα στις έξι από τη γυναίκα του.)
Όταν βλέπεις στο δρόμο δυο ανθρώπους
με χειροπέδες
μη νομίσεις τίποτα περισσότερο
μη νομίσεις τίποτα λιγότερο.
Δυο άνθρωποι
σαν και σένα.
1926
Όπως σε μιαν επίσημη τελετή τους θυμάμαι
έναν-έναν
που παρακολουθούσαν απ’ την ακτή το θέαμα,
χωρίς κανείς να κουνηθεί απ’ τη θέση του.
Τους θυμάμαι όλους- κι εσένα φυσικά!-
σχεδόν σε στάση προσοχής
που μ’ έβλεπαν απ’ την ακτή
να πνίγομαι.
1927
Δεν είπα τίποτα ακόμα.
Δεν είπα τίποτα κι ας κυλιέται πάντα ο πόνος μας
ανάμεσα σε σημαίες, μεγάφωνα και βεγγαλικά.
Μα ο πιο μεγάλος μας πόνος δε μιλιέται, δε γράφεται.
Δε γρικιέται απ’ τους άλλους.
Γυρίζει μέσα μας μόνο. Σαν το λιοντάρι, μουγκρίζοντας·
τρώγοντας απ’ τις σάρκες μας.
Ο πιο μεγάλος μας πόνος δεν αλλάζει σε δόξα.
Δε γίνεται τσίρκο και αγορά.